yperfagia-900X600png.png

 

Η διαταραχή υπερφαγίας αποτελεί μια ξεχωριστή διαγνωστική κατηγορία στο φάσμα των διατροφικών διαταραχών, και εκτιμάται ότι για τα έτη 2018-2020 είναι 0,6–1,8% στις ενήλικες γυναίκες και 0,3-0,7% στους ενήλικους άνδρες του παγκόσμιου πληθυσμού, με αυτά τα ποσοστά να αυξάνονται τα τελευταία χρόνια (Giel et al., 2022).

Ως διαταραχή υπερφαγίας (binge-eating disorder) χαρακτηρίζεται η διατροφική διαταραχή που έχει ως κύριο σύμπτωμα τα επεισόδια υπερφαγίας. Τι εννοούμε, όμως, όταν λέμε «επεισόδια υπερφαγίας»; Ειδικότερα, ένα επεισόδιο για να χαρακτηριστεί υπερφαγικό χρειάζεται να αποτελείται από τα ακόλουθα δύο χαρακτηριστικά:

  1. κατανάλωση ποσότητας φαγητού πολύ μεγαλύτερης από τον μέσο άνθρωπο στο αντίστοιχο χρονικό διάστημα (π.χ. εντός 2 ωρών)
  2. αίσθημα απουσίας ελέγχου ως προς το προσλαμβανόμενο φαγητό (π.χ. Δεν μπορεί να σταματήσει να τρώει ούτε να ελέγξει τι τρώει.)

Παράλληλα, για να πούμε ότι ένα άτομο πάσχει από τη διαταραχή, χρειάζεται να πληροί τα εξής κριτήρια (American Psychiatric Association, 1994):

Α) Τα επεισόδια υπερφαγίας σχετίζονται με τρία (ή περισσότερα) από τα ακόλουθα:

  1. 1. Το άτομο τρώει πολύ πιο γρήγορα από το συνηθισμένο.
  2. 2. Τρώει μέχρι να αισθανθεί άβολα χορτάτο.
  3. 3. Τρώει μεγάλες ποσότητες φαγητού όταν δεν αισθάνεται σωματικά πεινασμένο.
  4. 4. Τρώει μόνο του επειδή ντρέπεται για το πόσο τρώει.
  5. 5. Αίσθημα αηδίας με τον εαυτό του, κατάθλιψη ή ενοχές μετά την υπερκατανάλωση τροφής.

Β) Υπάρχει έντονη δυσφορία σχετικά με την υπερφαγία.

Γ) Η υπερφαγία συμβαίνει, κατά μέσο όρο, τουλάχιστον 2 ημέρες την εβδομάδα για 6 μήνες.

Δ) Η υπερφαγία δεν συνδέεται με τακτική χρήση ακατάλληλων αντισταθμιστικών συμπεριφορών (π.χ. κάθαρση, νηστεία, υπερβολική άσκηση) και δεν εμφανίζεται αποκλειστικά κατά τη διάρκεια της νευρικής ανορεξίας ή της νευρικής βουλιμίας.

Κύρια χαρακτηριστικά

Διάφοροι επιστήμονες, προσπαθώντας να κατανοήσουν τον φαύλο κύκλο της υπερφαγίας, παρατήρησαν ότι η υπερφαγία φαίνεται να είναι ένας τρόπος διαχείρισης των δυσάρεστων συναισθημάτων που βιώνει το άτομο. Εκδηλώνεται, δηλαδή, ως επείγουσα προσπάθεια του ατόμου να δραπετεύσει από την αρνητική του διάθεση (Dingemans, 2009). Είναι, λοιπόν, επείγον να φύγει από κάτι δυσάρεστο έως ανυπόφορο. Για αυτό και είναι πιο εύκολο κανείς να υποκύψει σε επεισόδιο υπερφαγίας όταν μείνει μόνος με τις σκέψεις του. Πόσο κακό, όμως, μπορεί να είναι αυτό;

Διάφορες έρευνες υποστηρίζουν ότι, στις διατροφικές διαταραχές, συμπεριλαμβανομένης της διαταραχής υπερφαγίας, δεν είναι μόνο οι δυσλειτουργικές σκέψεις που πυροδοτούν και διατηρούν τα υπερφαγικά επεισόδια, αλλά είναι κάτι πιο βαθύ που έχει να κάνει με τις δυσλειτουργικές πυρηνικές πεποιθήσεις, οι οποίες δεν έχουν να κάνουν απαραίτητα με το φαγητό. Οι πυρηνικές πεποιθήσεις αποτελούν το βαθύτερο επίπεδο της γνώσης που έχουμε για τον εαυτό μας και τους άλλους.

Ειδικότερα, πεποιθήσεις όπως «Δεν είμαι συμπαθής και αγαπητός, είμαι βάρος για τους άλλους όταν εκφράζω δυσάρεστα συναισθήματα, πρέπει να έχω απόλυτο έλεγχο στα συναισθήματα και τις παρορμήσεις μου, δεν μπορώ να λειτουργήσω και να επιβιώσω με αυτονομία στη ζωή, χρειάζεται να αυτοθυσιάζομαι για τους άλλους», καθώς επίσης και συμπεριφορές τελειομανίας και τοποθέτησης μη ρεαλιστικών στόχων, τείνουν να συνυπάρχουν στα άτομα με διατροφικές διαταραχές, άλλοτε με μεγαλύτερη και άλλοτε με μικρότερη ένταση.

Παράλληλα, άτομα τα οποία αντιλαμβάνονται το φαγητό ως επιβράβευση και έχουν προσδοκίες ότι το φαγητό θα τους φτιάξει τη διάθεση τείνουν να χρησιμοποιούν το φαγητό πιο εύκολα ως αντισταθμιστικό παράγοντα της αρνητικής τους διάθεσης. Έτσι, η σχέση με το φαγητό γίνεται μια σχέση αγάπης και μίσους. Από τη μία μεριά, το φαγητό χρησιμεύει ως διέξοδος από τα δυσάρεστα συναισθήματα, αλλά ταυτόχρονα λειτουργεί και ως πηγή δυσάρεστων συναισθημάτων, τα οποία συχνά προκύπτουν από αυστηρές και περιοριστικές πεποιθήσεις ως προς την εικόνα σώματος.

Αντιμετώπιση

Στη διαδικασία αντιμετώπισης της διαταραχής υπερφαγίας, χρειάζεται να διερευνηθούν η πρωταρχική σχέση του ατόμου με το φαγητό (π.χ. Άτομα τα οποία αναφέρουν ότι αγαπάνε το φαγητό το χρησιμοποιούν πιο συχνά ως ψυχολογική διαφυγή.), καθώς και η σχέση του ατόμου με το σώμα του και ενδοβλημένες πεποιθήσεις για την εικόνα σώματος (π.χ. Η έντονη ανησυχία για την εικόνα σώματος συνδέεται θετικά με τα επεισόδια υπερφαγίας.).

Η αντιμετώπιση χρειάζεται να γίνει από έναν ειδικό ψυχικής υγείας, εξιδεικευμένο στις διατροφικές διαταραχές, ώστε το άτομο να αναγνωρίσει τα δυσλειτουργικά μοτίβα σκέψης και να τα αντικαταστήσει με νέα, υγιή. Συνιστάται η παράλληλη συνεργασία με έναν κλινικό διαιτολόγο-διατροφολόγο. Πρωταρχικός στόχος για το άτομο που βιώνει υπερφαγικά επεισόδια δεν είναι να χάσει βάρος, αλλά να δημιουργήσει μια πιο υγιή σχέση με το φαγητό και το σώμα του, γιατί συχνά ο στόχος απώλειας βάρους μέσω δίαιτας μπορεί να δημιουργήσει έναν νέο κύκλο υπερφαγικών επεισοδίων.

Γράφει η Καραγιάννη Αναστασία-Χαρά

Ψυχολόγος - προσωποκεντρική ψυχοθεραπεύτρια

                                                                                   

Πηγές

American Psychiatric Association (1994). Diagnostic and statistical manual of mental disorders, fourth edition (DSM-IV). Washington DC.: American Psychiatric Association.

Dingemans, A. (2009). Binge or control?: assessment of the validity, treatment and underlying mechanisms of Binge Eating Disorder. Leiden University.

Giel, K. E., Bulik, C. M., Fernandez-Aranda, F., Hay, P., Keski-Rahkonen, A., Schag, K., ... & Zipfel, S. (2022). Binge eating disorder. Nature reviews disease primers8(1), 16.

Share this post

Submit to DeliciousSubmit to DiggSubmit to FacebookSubmit to Google PlusSubmit to StumbleuponSubmit to TechnoratiSubmit to TwitterSubmit to LinkedIn