
Στις 15/12/2025, στην Εταιρεία Φίλων του Λαού (Αθήνα, Ευριπίδου 12), πραγματοποιήθηκε η 5η διάλεξη του Λαϊκού Πανεπιστημίου, στο πλαίσιο του Η΄ Κύκλου «Λαϊκός Πολιτισμός», στην ενότητα προσέγγισης «Παραδοσιακή Θεραπευτική», με θέμα «Διατροφή και Υγεία».
Τη συζήτηση συντόνισε η Δρ Αικατερίνη Πολυμέρου-Καμηλάκη, τέως Διευθύντρια και ομότιμη Ερευνήτρια του Κέντρου Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών, καθώς και μέλος του Συμβουλίου του ΥΠΠΟ για την Άυλη Πολιτιστική Κληρονομιά της UNESCO.
Παρεμβάσεις στη συζήτηση πραγματοποίησαν η Μάγδα Κοντογιάννη, κτηνοτρόφος και Γραμματέας του Κτηνοτροφικού Συλλόγου Περιφέρειας Αττικής, καθώς και ο Δημήτρης Μιχαηλίδης, δημόσιος γράφων, συγγραφέας, εκδότης των ΑγροΝέα και σχολιαστής στο AgroBus του stent.net.gr.
Η διάλεξη (διάρκειας 1,5 ώρας) έχει μαγνητοσκοπηθεί με φροντίδα της κας Μ. Κοντογιάννη και είναι διαθέσιμη στο YouTube:
https://www.youtube.com/watch?v=uXpWPwgPqAs
Η ελληνική διατροφή στον χρόνο
Η Δρ Αικατερίνη Καμηλάκη ανέφερε ότι, στο πλαίσιο της μελέτης των διατροφικών συνηθειών των ανθρώπων, η ελληνική διατροφή –ή, ορθότερα, οι ελληνικοί διατροφικοί κώδικες– ιχνηλατούνται ολοένα και βαθύτερα στον χρόνο μέσα από ανασκαφικές έρευνες σε ολόκληρο τον ελλαδικό χώρο. Οι αναφορές ξεκινούν από τους ομηρικούς κρεοφάγους ήρωες και τις πληροφορίες του Ηροδότου, συνεχίζουν με την τοπική λιτότητα της Σπάρτης και τον μέλανα ζωμό, τη φιλήδονη και γαστριμαργική επίδοση των κατοίκων της Σύβαρης, καθώς και την εκλεπτυσμένη ολιγοφαγία των Αθηναίων, οι οποίοι χαρακτηρίζονταν «μικροτράπεζοι» και ακολουθούσαν το «αττικηρώς δειπνίζειν», δηλαδή τη λιτοδίαιτη διατροφή.
Μέχρι τη δεκαετία του 1960, η ελληνική κοινωνία, με περιορισμένες οικονομικές και εμπορικές σχέσεις, βασιζόταν κυρίως στην αυτάρκεια και στην ανταλλαγή τροφίμων. Με την ανάπτυξη των συγκοινωνιακών μέσων και, κατ’ επέκταση, των εμπορικών ανταλλαγών, η διατροφή εισήλθε σε ένα στάδιο ανεξέλεγκτης κατανάλωσης προϊόντων ποικίλης –και συχνά άγνωστης– προέλευσης. Παράλληλα, η διάδοση της τεχνολογίας στον τομέα της συντήρησης των τροφίμων ανέτρεψε δεδομένα που ίσχυαν επί αιώνες στον τομέα της διατροφής.
Διατροφή, υγεία και τοπικότητα
Το ζήτημα της διατροφής συνδέεται άμεσα με την υγεία και τη νοσηρότητα του πληθυσμού, ιδιαίτερα όταν οι άνθρωποι συμμετέχουν ενεργά στην παραγωγή τροφίμων. Η ανεπαρκής ή ακατάλληλη διατροφή καταπονεί τον οργανισμό και τον οδηγεί σε νοσηρές καταστάσεις. Ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο στις διατροφικές συνήθειες διαδραματίζει και η νηστεία.
Το μοντέλο της κατευθυνόμενης μαζικής καλλιέργειας συγκεκριμένων ειδών, εις βάρος των παραδοσιακών τοπικών καλλιεργειών, με σκοπό τη διάθεση προϊόντων μέσω μεγάλων αλυσίδων supermarkets, φαίνεται να χάνει έδαφος. Η αλλαγή αυτή σχετίζεται με την ωριμότερη αντιμετώπιση προβλημάτων όπως η μείωση της βιοποικιλότητας, η περιβαλλοντική υποβάθμιση και οι επιπτώσεις στην ανθρώπινη υγεία.
Σε αντίθεση με τις έως τώρα κυρίαρχες κατευθύνσεις, η έμφαση μετατοπίζεται πλέον στη μικρή γεωργική εκμετάλλευση, στην τοπική μεταποίηση τροφίμων, στην ανάπτυξη τοπικών αγορών και δικτύων διανομής, καθώς και στην ανάδειξη της ταυτότητας των αγροτικών περιοχών. Το πρότυπο αυτό ανταποκρίνεται στη φυσιογνωμία των μικροαγροτικών δομών που ιστορικά χαρακτήριζαν τον ελληνικό χώρο.
Η παραγωγή προϊόντων με σήμα ποιότητας που συνδέεται με τον τόπο προέλευσης ενσωματώνει, πέρα από την οικονομική διάσταση, και σημαντικές πολιτισμικές αξίες, καθιστώντας την τροφή πολιτισμικό αγαθό με αξία χρήσης, παραδοσιακής κληρονομιάς και συλλογικής μνήμης.
Μικροβίωμα, ζύμωση και σύγχρονες προκλήσεις
Μετά την πανδημία της COVID-19 καταγράφεται, και για λόγους υγείας, μια ενίσχυση της τοπικοποίησης της διατροφής. Στην Ελλάδα προστίθενται επιπλέον προβλήματα, όπως η ευλογιά των αιγοπροβάτων, ενώ στα Βαλκάνια καταγράφονται κρούσματα πανώλης των χοίρων και, πρόσφατα, στη Γαλλία εμφανίστηκαν περιστατικά οζώδους δερματίτιδας των βοοειδών.
Πριν από δύο μήνες, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ψήφισε κατά των πολυεπεξεργασμένων τροφίμων, για λόγους προστασίας της υγείας των Ευρωπαίων πολιτών.
Υπενθυμίζεται ότι η παραδοσιακή επεξεργασία τροφίμων, με στόχο τη διατήρησή τους στον ετήσιο κύκλο του χρόνου, βασίζεται κυρίως σε τεχνικές ζύμωσης και όχι σε χημικές παρεμβάσεις. Προϊόντα όπως το ψωμί, το κρασί, το τυρί, το κεφίρ, το γιαούρτι, οι ελιές, το σαλάμι αέρος και τα τουρσιά είναι προϊόντα ζύμωσης, στην οποία συμμετέχει ενεργά το τοπικό μικροβίωμα – αυτό που, ιδιαίτερα στον χώρο του κρασιού, αποκαλείται «terroir».
Ο ανθρώπινος οργανισμός αποτελείται από περίπου 10 τρισεκατομμύρια κύτταρα, τα οποία συνυπάρχουν συμβιωτικά με περίπου 100 τρισεκατομμύρια μικροοργανισμούς (βακτήρια, μύκητες, ένζυμα, ιούς κ.ά.). Η επιβίωσή μας εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από αυτή τη συμβίωση. Τα τελευταία χρόνια έχει επισημανθεί ότι η διατάραξη της ισορροπίας του μικροβιώματος σχετίζεται με πλήθος προβλημάτων υγείας.
Η τοπική τροφή συμβάλλει στη διατήρηση της ισορροπίας του μικροβιώματός μας. Αντίθετα, τα υπερτοπικά τρόφιμα με μεγάλα «τροφοχιλιόμετρα» ενδέχεται να μεταφέρουν άγνωστα μικροβιώματα και δυνητικά επικίνδυνους μικροοργανισμούς. Τα παγκοσμιοποιημένα, πολυεπεξεργασμένα και ομοιόμορφα τρόφιμα, με πληθώρα συντηρητικών, που εξυπηρετούν μακρές εφοδιαστικές αλυσίδες, θεωρούνται ανθυγιεινά – και, σύμφωνα με ορισμένες απόψεις, ακόμη και καταστροφικά – για τον σύγχρονο άνθρωπο.
Γαστρονομία, πολιτισμός και τοπική ανάπτυξη
Η τοπική γαστρονομία αποτελεί πλέον κρίσιμο παράγοντα και για την ενίσχυση της τουριστικής ελκυστικότητας ενός προορισμού. Ξεπερνά την απλή κάλυψη βασικών αναγκών και προσφέρει στους επισκέπτες μια αυθεντική πολιτισμική εμπειρία, συμβάλλοντας στη διαφοροποίηση του προορισμού, στην ενίσχυση της τοπικής οικονομίας και στη δημιουργία ισχυρής ταυτότητας σε μια κορεσμένη τουριστική αγορά.
Η κα Μάγδα Κοντογιάννη αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, στη χαρακτηριστική «συνταγογράφηση της αγκαλιάς σε πρόβατα» κατά την περίοδο της COVID-19, καθώς και σε παρατηρήσεις σύμφωνα με τις οποίες παιδιά που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν κοντά σε στάβλους – ακόμη και στην περιαστική κτηνοτροφία της Αττικής – εμφανίζουν ισχυρότερη ανοσία. Αντίθετα, η ανοσία μειώνεται όσο αυξάνεται η απόσταση από μια κτηνοτροφική εγκατάσταση και ελαχιστοποιείται πέραν των 300 μέτρων.
Συμπερασματικά
Όσον αφορά τη σχέση διατροφής και υγείας, μπορούν να επισημανθούν τα εξής:
Η διεθνής τάση στρέφεται προς την τοπικοποίηση.
Η άυλη πολιτιστική κληρονομιά στη γαστρονομία προσφέρει σημαντικά οικονομικά οφέλη στις τοπικές κοινωνίες.
Η γεωμορφολογία της Ελλάδας (με το 76% της έκτασής της πάνω από τα 600 μ.) ευνοεί τις μικρές εκμεταλλεύσεις και όχι τη μαζική βιομηχανική καλλιέργεια.
Οι τοπικές εφοδιαστικές αλυσίδες συγκρατούν την προστιθέμενη αξία στην τοπική οικονομία και δημιουργούν συνθήκες ενδογενούς, αυτοδύναμης ανάπτυξης.
Οι κάτοικοι ενός τόπου ενισχύουν το ανοσοποιητικό τους σύστημα μέσω του τοπικού μικροβιώματος.
Η διατροφή και η υγεία είναι άρρηκτα συνδεδεμένες, ιδίως όταν η τροφή αντιμετωπίζεται ως πολιτισμικό, κοινωνικό και οικονομικό αγαθό.
Τέλος, επισημάνθηκε ότι οργανωμένη ζωή, οικισμοί και θεσμοί αναπτύχθηκαν όπου υπήρχε τροφή: είτε μέσω της γεωργίας, είτε μέσω της κτηνοτροφίας, είτε μέσω της συλλογής. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι προϊστορικοί οικισμοί στις εκβολές του Αλιάκμονα, στους πρόποδες των Πιερίων, όπου ήδη από το 8000 π.Χ. η διατροφή βασιζόταν στα όστρακα (όπως τα φημισμένα μύδια Μεθώνης και Μακρυγιάλου Πιερίας), στα χόρτα και στην κτηνοτροφία – πρακτικές που διατηρούνται έως σήμερα.
Για την καταγραφή:
Δημήτρης Μιχαηλίδης
ΑγροΝέα – AgroBus







