h_kakh_diatrofi.jpg

Η κακή διατροφή είναι μία από τις κυριότερες αιτίες πρόκλησης προβλημάτων υγείας παγκοσμίως και ευθύνεται σχεδόν για 1 στους 5 θανάτους, σύμφωνα με μια έκθεση του Πανεπιστημίου του Johns Hopkins με επικεφαλής της έρευνας την καθηγήτρια Τζέσικα Φάντσο.

Η κατανάλωση ανθυγιεινών ή ανεπαρκούς ποσότητας τροφών, περιλαμβανομένης και της περίπτωσης βρεφών που δεν μπορούν να θηλάσουν, οδηγεί στην κακή διατροφή, αποφάνθηκαν οι ερευνητές που υπογράφουν την Παγκόσμια Έκθεση Διατροφής.

 

«Η κακή διατροφή είναι ένας από τους μεγαλύτερους παράγοντες κινδύνου νοσηρότητας και θνησιμότητας, περισσότερο από την ατμοσφαιρική ρύπανση, περισσότερο από το κάπνισμα», δήλωσε η υπεύθυνη της έρευνας. «Ό,τι τρώμε μας σκοτώνει. Επομένως κάτι χρειάζεται να μας επαναφέρει στο διατροφικό μας σύστημα», ανέφερε στο περιθώριο μιας παγκόσμιας διάσκεψης τροφίμων στην πρωτεύουσα της Ταϊλάνδης, την Μπανγκόκ.

 

Η ίδια είπε ότι η έλλειψη γνώσεων και οικονομικής δυνατότητας για την αγορά υγιεινών τροφίμων, καθώς και οι αναποτελεσματικές αλυσίδες προμήθειας τροφίμων, είναι μεταξύ των παραγόντων που συντελούν στην κακή διατροφή.

 

Όλες οι χώρες δίνουν μάχη ενάντια σε κάποια μορφή υποσιτισμού, είτε πρόκειται για παιδιά με αναιμία ή πολύ κοντά για την ηλικία τους είτε για γυναίκες υπέρβαρες λόγω ανθυγιεινής διατροφής, και τα ποσοστά της παχυσαρκίας στους εφήβους αυξάνονται, αναφέρει η έκθεση.

 

Ωστόσο υπάρχουν σήμερα λεπτομερέστερα στοιχεία που έχουν δημιουργήσει μια άνευ προηγουμένου ευκαιρία να υπάρξει πιο αποτελεσματική αντιμετώπιση.

 

Η έκθεση επικαλείται το παράδειγμα του Άμστερνταμ, το οποίο αντιμετώπιζε κρίση στα ποσοστά των νεαρών υπέρβαρων και ξεκίνησε προγράμματα το 2012 για την αντιμετώπιση και την πρόληψη της παχυσαρκίας και την καλύτερη πρόσβαση στην ενημέρωση και την έρευνα για το ζήτημα. Στις πρωτοβουλίες περιλαμβάνονταν δημόσιοι ψύκτες, περιορισμοί στις διαφημίσεις τροφίμων και οδηγίες για την παρασκευή και την προμήθεια υγιεινών γευμάτων στα σχολεία. Σήμερα η παρουσία υπέρβαρων και παχύσαρκων ανθρώπων στο Άμστερνταμ μειώνεται, σημειώνει η έκθεση.

 

Η μείωση των υπολειμμάτων τροφίμων επίσης θα μπορούσε να βελτιώσει τη διατροφή, δήλωσε ο σερ Τζον Μπέντινγκτον, συμπρόεδρος της Παγκόσμιας Επιτροπής για τη Γεωργία & τα Συστήματα Τροφίμων για τη Διατροφή, μια ανεξάρτητη ομάδα ειδικών. «Κάθε χρόνο περισσότερα από τα μισά φρούτα και λαχανικά που παράγονται παγκοσμίως χάνονται ή πετιούνται», ανέφερε σε e-mail του στο ίδρυμα Thomson Reuters Foundation.

 

ΑΠΕ-ΜΠΕ

Share this post

Submit to DeliciousSubmit to DiggSubmit to FacebookSubmit to Google PlusSubmit to StumbleuponSubmit to TechnoratiSubmit to TwitterSubmit to LinkedIn

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookie από το Google για την παροχή των υπηρεσιών του, για την εξατομίκευση διαφημίσεων και για την ανάλυση της επισκεψιμότητας.
Η Google κοινοποιεί πληροφορίες σχετικά με την από μέρους σας χρήση αυτού του ιστότοπου. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookie.