ereuna_image_ypogennitikotita.jpg

Ο πληθυσμός των αναπτυγμένων χωρών μειώνεται και γερνά. Έως το 2050 το μεγαλύτερο μέρος της παγκόσμιας πληθυσμιακής αύξησης θα προέρχεται από αναπτυσσόμενες χώρες. Ειδικότερα, η Ευρώπη υφίσταται τα τελευταία χρόνια μια δημογραφική διαίρεση, με τον ευρωπαϊκό Βορρά να εμφανίζει σχετικά υψηλούς δείκτες γονιμότητας, ενώ αντίστοιχα ο Νότος παρουσιάζει σημάδια υπογεννητικότητας και γήρανσης.

Η Ελλάδα βρίσκεται σε ένα δημογραφικό αδιέξοδο. Η πορεία της ελληνικής γονιμότητας μεταπολεμικά χαρακτηρίστηκε από άνθηση με ιδιαίτερα παραγωγική περίοδο αυτή κατά τα έτη 1960-1980. Από το 1980 και μετά όμως η ελληνική γονιμότητα κατέρρευσε, φτάνοντας στο 2011, όταν οι γεννήσεις ήταν λιγότερες από τους θανάτους.

Κύριος σκοπός της μελέτης είναι η ανάλυση του διαχρονικού ζητήματος της υπογεννητικότητας στην Ελλάδα, η ανάδειξη των αιτίων δημιουργίας του, καθώς και προτάσεις για την αντιστροφή του.

Τα βασικά προβλήματα του δημογραφικού στην Ελλάδα

Τρεις είναι οι βασικές συνιστώσες που επηρεάζουν τη μεταβολή του πληθυσμού: οι γεννήσεις, οι θάνατοι και η μετανάστευση. Αυξομειώσεις στα ισοζύγια αυτά καθώς και αλλαγές στην ηλικιακή σύσταση του πληθυσμού επηρεάζουν τη δημογραφική ταυτότητα μιας χώρας. Από τη γενιά του 1975 και μετά ξεκίνησε μια προοδευτική αλλά απρόσκοπτη μείωση της γονιμότητας στην Ελλάδα, η οποία συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Μεταπολεμικά δεν υπήρξε παρατεταμένο «baby boom» στη χώρα, όπως συνέβη σε άλλες δυτικοευρωπαϊκές χώρες (π.χ. στη Γερμανία, στην Πολωνία) ιδιαίτερα μετά το τέλος του 2ου Παγκόσμιου Πολέμου.

Ο ελληνικός πληθυσμός παρουσίασε ραγδαία αύξηση (16%) την εικοσαετία ’60-’80, η οποία όμως δεν συνεχίστηκε τα επόμενα χρόνια, με αποτέλεσμα η κάθε Ελληνίδα να μη γεννά τα δύο παιδιά που απαιτούνται ώστε (κατά μέσο όρο) να φέρει στη ζωή μια κόρη που θα την αντικαταστήσει. Ενδεικτικό στοιχείο της δυσμενούς κατάστασης στην οποία έχει περιέλθει η χώρα ήταν το ισοζύγιο γεννήσεων/θανάτων το 2015, όταν ο αριθμός των θανάτων ξεπέρασε αυτόν των γεννήσεων κατά περίπου 30 χιλιάδες.

grafima2 isozugio genniseon

Σε απόλυτους αριθμούς από το 1960 μέχρι το 2015 ο πληθυσμός της Ελλάδας αυξήθηκε από τα 8,3 στα 10,7 εκατ. κατοίκους. Τυπικά όμως η δημογραφική κατάρρευση του ελληνικού πληθυσμού ξεκίνησε τη δεκαετία του 1980, όταν οι γεννήσεις ανά έτος μειώθηκαν από τις 150.000 στις 100.000, φτάνοντας στο 2011, που για πρώτη φορά μεταπολεμικά ο αριθμός των θανάτων ξεπέρασε αυτόν των γεννήσεων. Χαρακτηριστικό είναι ότι κατά την εξαετία 2010-2016 μειώθηκε ο πληθυσμός της χώρας κατά 370.000 περίπου άτομα.

Σύμφωνα με τις δημογραφικές προβολές της Παγκόσμιας Τράπεζας, αναμένεται ότι στο μέσο του 21ου αιώνα ο συνολικός πληθυσμός της Ελλάδας μόλις θα ξεπερνά τα 9,5 εκατ. και θα συνεχίσει να μειώνεται όσο η γονιμότητα θα παραμένει σε χαμηλά επίπεδα. Η πιο δυσοίωνη πρόβλεψη όμως συνοψίζεται στη βαθιά γήρανσή του η οποία σταδιακά θα συντελεστεί. Από τον συνολικό πληθυσμό των 9,5 εκατ. το 2050 τα 3,4 εκατομμύρια (36%) θα είναι άνω των 65 ετών. Δηλαδή σε χρονική απόσταση μίας γενιάς ο ελληνικός πληθυσμός θα είναι ένας πληθυσμός στα πρόθυρα της δημογραφικής κατάρρευσης.

Από το 1960 και μέχρι και τα μέσα της δεκαετίας του 1970 η αύξηση του πληθυσμού της χώρας οφειλόταν σχεδόν αποκλειστικά στο θετικό ισοζύγιο θανάτων/γεννήσεων, δηλαδή στο ότι υπήρχαν πολύ περισσότερες γεννήσεις απ’ ό,τι θάνατοι. Η μεγάλη διαφορά υπερκάλυπτε το αρνητικό μεταναστευτικό ισοζύγιο εκείνης της περιόδου όταν περί τους 27.000 Έλληνες μετανάστευαν σε άλλες χώρες κάθε χρόνο.

Από τα τέλη της δεκαετίας του 1980 και έως τα μέσα της δεκαετίας του 1990 η κατάσταση αντιστράφηκε. Η αύξηση του πληθυσμού φρέναρε, με τις γεννήσεις να μειώνονται κατά -0,3% κατά μέσο όρο κάθε χρόνο και τους μετανάστες στη χώρα να αυξάνονται κατά 6%. Η εισροή των μεταναστών, σε συνδυασμό με την υψηλότερη γονιμότητά τους σε σχέση με αυτήν των Ελληνίδων, συνέβαλε αρχικά στην ανακοπή της πτωτικής τάσης της γεννητικότητας στη χώρα μας (1991-2000) και εν συνεχεία στην αύξησή της, με αποτέλεσμα να καταγράφονται κατά μέσο όρο 108.000 γεννήσεις την πενταετία 2002-2007 έναντι 102.000 γεννήσεων τη δεκαετία 1991-2005.

Η αύξηση της μετανάστευσης, ιδιαίτερα τη δεκαετία του 1990, ήταν αρκετή ώστε να καλύψει το ελληνικό δημογραφικό πρόβλημα. Όμως από το 2008 και μετά το ξέσπασμα της βαθιάς οικονομικής ύφεσης οι μεταναστευτικές ροές προς τη χώρα περιορίστηκαν σημαντικά και παράλληλα ένα μεγάλο μέρος του ανθρώπινου δυναμικού της Ελλάδας μετανάστευσε στο εξωτερικό. Το εκτιμώμενο ποσοστό αυτής της «διαρροής» από το 2008 ανέρχεται σε περίπου 427.000 άτομα (brain drain), με την Ελλάδα να κατέχει την τρίτη θέση μετά την Κύπρο και την Ισπανία όσον αφορά στο ποσοστό των νέων που εγκαταλείπουν την πατρίδα τους λόγω της ανεργίας και της οικονομικής αβεβαιότητας.

Εκτός από τον αριθμό του γενικού πληθυσμού, διαχρονικά πολύ μεγάλη αξία έχει και η μελέτη της ηλικιακής σύστασής του. Οι αλλαγές της ηλικιακής μορφολογίας μιας χώρας αποκτούν ιδιαίτερη δημογραφική και οικονομική σημασία, αφού σχετίζονται με τις αυξομειώσεις της οικονομικά ενεργής βάσης (15-64), η οποία ουσιαστικά συντηρεί τις υπόλοιπες ηλικιακές ομάδες: τους νέους (0-14) και τους συνταξιούχους (άνω των 65). Την περίοδο 1960-2015 το ποσοστό του ενεργού πληθυσμού και των νέων της χώρας μειώθηκε κατά 15% περίπου, ενώ ο πληθυσμός άνω των 65 ετών τετραπλασιάστηκε. Πιο συγκεκριμένα, το 1960 μόλις το 7% του πληθυσμού ήταν ηλικίας άνω των 65, ενώ το 27% ήταν ηλικίας κάτω των 14. Το 2015 η σύνθεση του πληθυσμού ήταν εντελώς διαφορετική, με το 20% να είναι άνω των 65 ετών και μόλις το 15% κάτω των 14 ετών.

Το δημογραφικό πρόβλημα της χώρας είναι προφανές. Η διάμεσος ηλικία το 1960 (ηλικία που χωρίζει τον πληθυσμό σε δύο ισόποσες ηλικιακές ομάδες) ήταν 31 έτη, ενώ το 2015 άγγιξε τα 43 έτη και αναμένεται να αυξηθεί κατά 5-8 έτη έως το 2050.

Η συνεχώς γηράσκουσα ελληνική κοινωνία δεν έχει στηριχθεί διαχρονικά από την πορεία της γονιμότητας, αφού πέραν της περιόδου 1960-1980 (θετικά επηρεασμένης από τον μεγάλο αριθμό γεννήσεων) ο δείκτης γονιμότητας βρίσκεται σταθερά κάτω από το όριο αντικατάστασης γενεών των 2,1 παιδιών ανά γυναίκα. Ως αποτέλεσμα, η χώρα γερνά, και σε λίγα χρόνια ο εργασιακά ενεργός πληθυσμός θα δυσκολεύεται να συντηρήσει τον ανενεργό.

Το αφήγημα της ελληνικής υπογεννητικότητας συνοψίζεται ως εξής: Η θετική δημογραφική τροχιά της εικοσαετίας ’60-’80 ουσιαστικά χάθηκε τα επόμενα χρόνια, με τον δείκτη γονιμότητας να σημειώνει μεγάλες και σταθερές απώλειες. Η δημογραφική κρίση ουσιαστικά απετράπη λόγω της μεγάλης μεταναστευτικής ροής μεταξύ των δεκαετιών ’80-’90, η οποία όχι μόνο σταθεροποίησε την πορεία του δείκτη γονιμότητας, αλλά κατάφερε να τον επαναφέρει σε θετική τροχιά στις αρχές του 2000. Όμως η πορεία της ελληνικής δημογραφίας ανακόπηκε απότομα μετά το ξέσπασμα της μεγάλης οικονομικής ύφεσης του 2008, η οποία βύθισε τη χώρα σε οικονομική και κοινωνική εσωστρέφεια. Η οικονομική ύφεση ήταν ο καταλύτης που εξέθεσε το μεγάλο πρόβλημα της ελληνικής υπογεννητικότητας, εγκλωβίζοντας τον πληθυσμό σε ένα καθοδικό σπιράλ μεγάλων κοινωνικών αλλαγών.

Υπογεννητικότητα και οικονομική κρίση στην Ελλάδα

Η σχέση μεταξύ οικονομίας και δημογραφίας παρουσιάζει συνάφεια, αφού τα οικονομικά φαινόμενα σε μεγάλο βαθμό συνδιαμορφώνουν τα χαρακτηριστικά της γονιμότητας μιας χώρας. Παράλληλα, σε ερευνητικό επίπεδο οι επιπτώσεις μιας πιθανής οικονομικής αστάθειας δείχνουν πως επηρεάζουν την πορεία των δημογραφικών δεικτών και αρκετές μελέτες έχουν προσπαθήσει να ποσοτικοποιήσουν τη σχέση αυτή. Ενδεικτικά, όπως επισημαίνεται στη μελέτη «Temporal variations in unemployment rates and their association with tempo and quantum of fertility», η γονιμότητα ακολουθεί τους κύκλους της οικονομίας, καθώς οι οικονομικές υφέσεις οδηγούν σε αναβολή των γεννήσεων και αύξηση των αμβλώσεων, που αφορούν ιδιαίτερα στα πρώτα παιδιά, οδηγώντας έτσι σε ένα δημογραφικό χάσμα.

Ακριβώς λίγο πριν από το ξέσπασμα της μεγάλης οικονομικής ύφεσης το κατά κεφαλήν ΑΕΠ και το ποσοστό γονιμότητας ήταν ιδιαίτερα υψηλά. Όμως από το 2009 και μετά τα ποσοστά γονιμότητας κατέρρευσαν, ακολουθώντας την καθοδική πορεία της οικονομίας.

Η απόφαση απόκτησης ενός παιδιού σχετίζεται με την ικανότητα του νοικοκυριού να καλύπτει ένα μεγάλο μέρος του κόστους της εγκυμοσύνης. Στην Ελλάδα η μέση δαπάνη τοκετού σε ένα δημόσιο νοσοκομείο κυμαίνεται από 800 € έως 1.000 €, ενώ η αντίστοιχη σε ιδιωτική κλινική από 1.500 € έως 2.500 € χωρίς να συνυπολογίζονται επιπλέον έξοδα, όπως αμοιβές γιατρών (στον ιδιωτικό τομέα), εξετάσεις κ.ά.

grafima3 ilikiaki systasi

Ανάλογα σημαντικό ρόλο διαδραματίζει η καθολική και ολοκληρωμένη παρακολούθηση κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, καθώς η επίδραση της οικονομικής ύφεσης στη βρεφική θνησιμότητα συζητιέται ολοένα και περισσότερο τα τελευταία χρόνια σε επιστημονικό και κοινωνικό επίπεδο. Ενώ η επιστημονική βιβλιογραφία υπογραμμίζει τον αρνητικό αντίκτυπο της οικονομικής αστάθειας στη βρεφική θνησιμότητα, παράλληλα σκιαγραφεί και πληθώρα διαφορετικών παραγόντων οι οποίοι την επηρεάζουν (π.χ. παχυσαρκία, κάπνισμα, ψυχική και σωματική κατάσταση της μητέρας). Ωστόσο ο σημαντικότερος προσδιοριστικός παράγοντας πρόληψης και αποφυγής της βρεφικής θνησιμότητας που προκύπτει από το σύνολο της βιβλιογραφίας είναι η «έγκαιρη αναγνώριση τυχόν προβλημάτων στην ανάπτυξη του εμβρύου σε προγεννητικό στάδιο».

Χαρακτηριστικά, τη δεκαετία 1980-1990 βρεφική θνησιμότητα και θνησιγένεια μειώθηκαν κατά -10% και -6% αντίστοιχα, ενώ την ίδια περίοδο το κατά κεφαλήν ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 5%. Η βρεφική θνησιμότητα μειώθηκε σταθερά κατά 5% περίπου από το 1980 έως το 2016, ενώ παράλληλη πορεία παρουσίασε και η βρεφική θνησιγένεια με διαχρονικά μειούμενη πορεία της τάξης του -4% το διάστημα 1980-2016.

Προκύπτει λοιπόν ότι το μεγαλύτερο ποσοστό της βρεφικής θνησιμότητας συνδέεται έντονα με την απουσία ολοκληρωμένου προγεννητικού ελέγχου πριν από και κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Η μελέτη των στοιχείων που αφορούν στην Ελλάδα αποκαλύπτουν τη διαχρονικά αρνητική σχέση μεταξύ οικονομίας και βρεφικής θνησιμότητας. Συγκεκριμένα, η συσχέτιση μεταξύ κατά κεφαλήν ΑΕΠ και βρεφικής θνησιμότητας (και θνησιγένειας) ήταν έντονα αρνητική την περίοδο 1980-2016. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι οι αυξήσεις του κατά κεφαλήν ΑΕΠ συνδέθηκαν με μειώσεις της βρεφικής θνησιμότητας και θνησιγένειας, αλλά και το αντίθετο.

Ιδιαίτερη «πληγή» της ελληνικής κοινωνίας αποτελεί και η σημαντική αύξηση των εκτρώσεων τα τελευταία χρόνια. Η Ελλάδα κατέχει μία από τις πρώτες θέσεις στην Ευρώπη όσον αφορά στις εκτρώσεις, με τον αριθμό τους να κυμαίνεται μεταξύ 100.000 με 250.000 ετησίως. Σε έρευνα που πραγματοποιήθηκε από την Ελληνική Εταιρεία Οικογενειακού Προγραμματισμού το 2015 σε δείγμα 1.320 γυναικών ηλικίας 16-22 ετών βρέθηκε ότι το 33% περίπου είχε προχωρήσει σε τουλάχιστον μία έκτρωση στο παρελθόν.

Επίσης, με στοιχεία που αντλήθηκαν από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, η Ελλάδα την περίοδο 2011-2012 παρουσίασε αύξηση στον δείκτη εκτρώσεων/γεννήσεων της τάξης του 38% όταν οι υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες είτε διατήρησαν τα ίδια ποσοστά είτε τα μείωσαν. Τα στοιχεία υπογραμμίζουν το γεγονός πως τα υψηλά κόστη που συνδέονται με την εγκυμοσύνη αλλά και η γενικότερη οικονομική αστάθεια της χώρας αποτελούν βασικούς παράγοντες για τους οποίους οι γυναίκες προχωρούν σε διακοπή κύησης.

Πέραν του υψηλού κόστους εγκυμοσύνης, μεγάλο ρόλο στην απόφαση απόκτησης ενός παιδιού διαδραματίζει το επίπεδο και η γενικότερη προσβασιμότητα του συστήματος υγείας. Στον δημόσιο τομέα οι δαπάνες υγείας μειώθηκαν κατά 45% την περίοδο 2009-2014 λόγω των έντονων οικονομικών πιέσεων, γεγονός που επηρέασε τις νοσοκομειακές υποδομές της χώρας. Η απουσία ολοκληρωμένης πληθυσμιακής κάλυψης υπηρεσιών υγείας πλήττει άμεσα και την κατανομή μαιευτηρίων και γυναικολογικών κλινικών.

Πιο συγκεκριμένα, η Ελλάδα παρουσιάζει σημαντική ανομοιομορφία ως προς την κατανομή μαιευτηρίων και γυναικολογικών κλινικών στις διαφορετικές περιφέρειές της, με την Περιφέρεια Αττικής να διαθέτει τα περισσότερα σημεία παροχής μαιευτικών υπηρεσιών υγείας (30 μαιευτήρια και γυναικολογικές κλινικές/100.000 κατοίκους) και την Περιφέρεια του Βορείου Αιγαίου τα λιγότερα (7 μαιευτήρια και γυναικολογικές κλινικές/100.000 κατοίκους), ενώ η αναλογία για τις υπόλοιπες υγειονομικές περιφέρειες κυμαίνεται κατά μέσο όρο στις 13 κλινικές ανά 100.000 κατοίκους. Οι ελλείψεις αυτές οξύνουν το ελληνικό πρόβλημα υπογεννητικότητας, αφού οι γυναίκες καλούνται να καλύψουν μαζί με τις πάγιες μαιευτικές δαπάνες και έξοδα μεταφοράς και μετάβασης από το νησί σε κάποιο αστικό κέντρο.

grafima1 ruthmos anaptuksis

Η επίδραση της υπογεννητικότητας στην οικονομία

Η σχέση μεταξύ γονιμότητας και οικονομίας είναι αμφίδρομη και παρουσιάζει ιδιαίτερη δυναμική. Για δεκαετίες η επιστημονική κοινότητα προσπαθεί να αξιολογήσει την επιρροή των δημογραφικών αλλαγών στην οικονομική ανάπτυξη βασισμένη σε τρεις άξονες: ότι η πληθυσμιακές αλλαγές περιορίζουν, προωθούν ή είναι ανεξάρτητες από την οικονομική ανάπτυξη. Τα τελευταία χρόνια ωστόσο η έρευνα δείχνει να επικεντρώνεται περισσότερο στην αρνητική επιρροή της υπογεννητικότητας, του μειωμένου αριθμού γεννήσεων και της ηλικιακής δομής του πληθυσμού στην οικονομική ανάπτυξη.

Σχεδόν σε κάθε περιοχή του κόσμου η οικονομική ανάπτυξη απέτυχε να επανέλθει στον ρυθμό που είχε πριν από τη μεγάλη παγκόσμια ύφεση. Η διεθνής έρευνα υποδεικνύει διάφορες θεωρίες για αυτή την αδύναμη ανάκαμψη της οικονομίας, συμπεριλαμβανομένου του υψηλού δανεισμού των χωρών, της αυξανόμενης εισοδηματικής ανισότητας, αλλά και της μειωμένης εμπιστοσύνης στο χρηματοπιστωτικό σύστημα που προκάλεσε η κρίση του χρέους. Παρ’ όλο που κάθε ερμηνεία έχει την ανάλογη βαρύτητα, δεν έχει ακόμη αποδοθεί ολοκληρωμένα ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες: η παγκόσμια μείωση του δείκτη γονιμότητας και ο τρόπος με τον οποίο επηρεάζει την αναπτυξιακή πορεία της οικονομίας.

Το σκεπτικό είναι μάλλον προφανές. Όταν ο πληθυσμός αυξάνεται, αυξάνονται ταυτόχρονα η κατανάλωση αλλά και η εν δυνάμει παραγωγή της εγχώριας αγοράς, ενώ, αντίθετα, η γήρανση του πληθυσμού και η αργή ανάπτυξη του εργατικού δυναμικού επιβραδύνουν το ΑΕΠ, οι νέοι σε ηλικία εργασίας καλούνται να στηρίξουν οικονομικά τους ηλικιωμένους και οι δημόσιοι προϋπολογισμοί καταπονούνται κάτω από το βάρος του υψηλότερου κόστους των προγραμμάτων υγείας και συνταξιοδότησης των ηλικιωμένων.

Στην μελέτη «The effect of population aging on economic growth, the labour force and productivity» τονίζεται ότι μια μείωση του ρυθμού γονιμότητας και η αύξηση του πληθυσμού άνω των 60 ετών κατά 10% μειώνουν τον ρυθμό αύξησης του κατά κεφαλήν ΑΕΠ κατά 5,5%. Κρίνεται λοιπόν ως ιδιαίτερα σημαντική η ανάλυση του ρόλου της γονιμότητας ως μοχλού επανένταξης της οικονομίας σε αναπτυξιακή τροχιά, ειδικά σε μια κοινωνία όπως η ελληνική.

Πηγή: «Ο αντίκτυπος της γονιμότητας στην οικονομική ανάπτυξη», HOPEgenesis & PwC Greece

Share this post

Submit to DeliciousSubmit to DiggSubmit to FacebookSubmit to Google PlusSubmit to StumbleuponSubmit to TechnoratiSubmit to TwitterSubmit to LinkedIn

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookie από το Google για την παροχή των υπηρεσιών του, για την εξατομίκευση διαφημίσεων και για την ανάλυση της επισκεψιμότητας.
Η Google κοινοποιεί πληροφορίες σχετικά με την από μέρους σας χρήση αυτού του ιστότοπου. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookie.